stainless steel

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌsteɪnləsˈstiːl/US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈsteɪnlɪs ˈstil/

  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stainless steel n(rust-resistant metal)ανοξείδωτο ατσάλι επίθ + ουσ ουδ
  ανοξείδωτος χάλυβας επίθ + ουσ αρσ
 I used stainless steel for the sculpture, as it would be standing outside in the rain.
 Χρησιμοποίησα ανοξείδωτο ατσάλι για το γλυπτό μιας και θα βρισκόταν έξω στη βροχή.
stainless steel n as adj(made of rust-resistant metal)από ανοξείδωτο ατσάλι περίφρ
  από ανοξείδωτο χάλυβα περίφρ
 These days, wine is often aged in stainless steel vats instead of wooden barrels.
 Στις μέρες μας το κρασί συχνά ωριμάζει σε δοχεία από ανοξείδωτο ατσάλι αντί για ξύλινα βαρέλια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stainless steel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stainless steel στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stainless steel».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!